συνείδηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνείδηση συνειδήσεις
γενική συνείδησης
& συνειδήσεως
συνειδήσεων
αιτιατική συνείδηση συνειδήσεις
κλητική συνείδηση συνειδήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνείδηση < αρχαία ελληνική συνείδησις < σύν + εἴδησις < οἶδα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ˈni.ði.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνείδηση θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
  2. (φιλοσοφία, ψυχιατρική) η αυτοεπίγνωση, η επίγνωση του εαυτού και του περιβάλλοντος και των μεταξύ τους συσχετισμών κι ορίων
  3. η ηθική αντίληψη, ηθική νόρμα, αποδεκτό συμπεριφορικό μοτίβο
  4. η επίκτητη πίστη σε ιδέες, ιδανικά, αξίες, αρχές, σκοπό ή ομάδα και η ταύτιση του εαυτού με αυτά (τα ιδανικά)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]