συνειδητός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνειδητός συνειδητή συνειδητό
γενική συνειδητού συνειδητής συνειδητού
αιτιατική συνειδητό συνειδητή συνειδητό
κλητική συνειδητέ συνειδητή συνειδητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνειδητοί συνειδητές συνειδητά
γενική συνειδητών συνειδητών συνειδητών
αιτιατική συνειδητούς συνειδητές συνειδητά
κλητική συνειδητοί συνειδητές συνειδητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνειδητός < συνείδηση + -τός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική conscient)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συνειδητός

  1. (για κάτι) που γίνεται έχοντας συνείδηση αυτού που συμβαίνει, με επίγνωση, αντίληψη και ηθελημένα
  2. (για κάποιον) που συνειδητοποιεί τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του και ενεργεί ανάλογα
  3. (ουσιαστικοποιημένο) συνειδητό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]