conscious
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | conscious |
| συγκριτικός | more conscious |
| υπερθετικός | most conscious |
Επίθετο
[επεξεργασία]conscious (en)
- (όχι πριν από το ουσιαστικό) αυτός που έχει συνείδηση, επίγνωση, συναίσθηση
Of course he is conscious of his actions.
- Φυσικά και έχει συνείδηση των πράξεων του.
I am fully conscious of the risk.
- Έχω πλήρη συνείδηση του κινδύνου.
I assume the presidency conscious of the responsibilities I shoulder and the difficulties I will face.
- Αναλαμβάνω την προεδρία έχοντας επίγνωση των ευθυνών που επωμίζομαι και των δυσχερειών που θα αντιμετωπίσω.
He is very careful, because he is conscious of the danger.
- Είναι πολύ προσεκτικός, γιατί έχει συναίσθηση του κινδύνου.
- ≈ συνώνυμα: aware
- που έχει τις αισθήσεις του, δεν έχει λιποθυμήσει
A patient who is not fully conscious should never be left alone.
- Ένας ασθενής που δεν έχει πλήρως τις αισθήσεις του δεν πρέπει ποτέ να μένει μόνος.
She remained conscious throughout the whole operation.
- Έμεινε με τις αισθήσεις της καθ’ όλη τη διάρκεια της επέμβασης.
- συνειδητός, για πράξεις, συναισθήματα κτλ. που είναι σκόπιμα· που γίνονται με προσεκτικό τρόπο
a conscious act - συνειδητή ενέργεια
We made a conscious effort to be on time.
- Κάναμε μια συνειδητή προσπάθεια να είμαστε στην ώρα μας.
- συνειδητοποιημένος, που έχει επίγνωση και ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για κάτι
She is very environmentally/politically conscious.
- Είναι πολύ περιβαλλοντικά/πολιτικά συνειδητοποιημένη.
The have become increasingly health-conscious.
- Έχουν γίνει όλο και πιο συνειδητοποιημένοι για την υγεία τους.
- συνειδητός, για το μυαλό ή τη σκέψη του
When you go to sleep, it is only the conscious mind that shuts down.
- Όταν πας για ύπνο, είναι μόνο το συνειδητό μυαλό που κλείνει.