δικαίωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δικαίωμα δικαιώματα
γενική δικαιώματος δικαιωμάτων
αιτιατική δικαίωμα δικαιώματα
κλητική δικαίωμα δικαιώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικαίωμα < αρχαία ελληνική δικαίωμα (1.σημασιολογικό δάνειο από γαλλική droit. 2.σημασιολογικό δάνειο από γαλλική droits)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈcε.ɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δικαίωμα ουδέτερο

  1. κάτι που δικαιούται κάποιος, που του το δίνει ένας γραπτός ή άγραφος νόμος ή κάποια αρχή
    δείτε τις λέξεις: καθήκον και υποχρέωση
  2. (πληθυντικός) δικαιώματα: η αμοιβή που ζητά κάποιος για κάποιο πνευματικό του έργο (π.χ. συγγραφικό)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]