right

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
right rights

right (en)

  1. το δικαίωμα
    Every human has the right to life (Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στη ζωή)

Επίθετο[επεξεργασία]

right (en)

  1. σωστός
  2. δεξιός

Επίρρημα[επεξεργασία]

right (en)

  1. σωστά
  2. δεξιά
  3. ακριβώς
    right here / there / after: ακριβώς εδώ / εκεί / μετά