δεξιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεξιά < δεξιός + < αρχαία ελληνική δεξιός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛ.ˈksi.a/

Επίρρημα[επεξεργασία]

δεξιά

  1. από τη δεξιά πλευρά
  2. (μεταφορικά) ευνοϊκά

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η δεξιά
      γενική της δεξιάς
    αιτιατική τη δεξιά
     κλητική δεξιά
Παράρτημα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεξιά θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (λόγιο) το δεξί χέρι
  2. (μεταφορικά) (πολιτική) τα συντηρητικά κόμματα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

δεξιά