Μετάβαση στο περιεχόμενο

δεξιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðe.ksiˈa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δεξιά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]

δεξιά < δεξιός + < αρχαία ελληνική δεξιός

Επίρρημα

[επεξεργασία]

δεξιά

  1. από τη δεξιά πλευρά
  2. (μεταφορικά) ευνοϊκά

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η δεξιά
      γενική της δεξιάς
    αιτιατική τη δεξιά
     κλητική δεξιά
Οι καταλήξεις δεν προφέρονται με συνίζηση όπως σε άλλα θηλυκά σε -ιά.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

δεξιά < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου δεξιός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική droite (θηλυκό του droit) [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δεξιά θηλυκό στον ενικό

  1. (λόγιο) το δεξί χέρι
    παράδειγμα  έκφραση: δε γνωρίζει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά (για άνθρωπο που δεν έχει ιδέα του τι κάνει)
  2. (πολιτική) τα συντηρητικά κόμματα
  3. (πολιτική) γυναίκα που υποστηρίζει συντηρητικά κόμματα
      η συγκεκριμένη παρέα είναι πολιτικά διχασμένη: οι μισές είναι φόλα δεξιές, οι άλλες μισές φόλα συριζαίες και την τελευταία φορά που βγήκαμε ομαδικώς για καφέ, ως μόνη πασόκα, είχα βρεθεί στη μέση, σαν διαιτητής χωρίς σφυρίχτρα. (Αύγουστος Κορτώ, Η άλλη Κατερίνα, εκδ. Πατάκης, 2022)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 3

[επεξεργασία]

δεξιά: κλιτικός τύπος

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

δεξιά

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεξιός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (δεξιό) του δεξιός

Αναφορές

[επεξεργασία]