droite

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

droite < θηλυκό του droit

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
droite droites

droite (fr) θηλυκό

  1. (πολιτική) η δεξιά
  2. (γεωμετρία) η ευθεία

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

droite (fr) θηλυκό