εἴδησις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εἴδησις εἰδήσει εἰδήσεις
Γενική εἰδήσεως εἰδησέοιν εἰδήσεων
Δοτική εἰδήσει εἰδησέοιν εἰδήσεσι(ν)
Αιτιατική εἴδησιν εἰδήσει εἰδήσεις
Κλητική εἴδησι εἰδήσει εἰδήσεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εἴδησις < οἶδα < Ϝοιδ- κατά ετεροίωση από το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εἴδησις θηλυκό

  1. γνώση
  2. φορέας γνώσης
  3. το νέο, η είδηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]