εἴδησις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εἴδησις εἰδήσει εἰδήσεις
Γενική εἰδήσεως εἰδησέοιν εἰδήσεων
Δοτική εἰδήσει εἰδησέοιν εἰδήσεσι(ν)
Αιτιατική εἴδησιν εἰδήσει εἰδήσεις
Κλητική εἴδησι εἰδήσει εἰδήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εἴδησις < οἶδα < Ϝοιδ- κατά ετεροίωση από το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εἴδησις θηλυκό

  1. γνώση
  2. φορέας γνώσης
  3. το νέο, η είδηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]