εἰδήμων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ εἰδήμων τὸ εἴδημον οἱ, αἱ εἰδήμονες τὰ εἰδήμονα
Γενική τοῦ, τῆς εἰδήμονος τοῦ εἰδήμονος τῶν εἰδημόνων τῶν εἰδημόνων
Δοτική τῷ, τῇ εἰδήμονι τῷ εἰδήμονι τοῖς, ταῖς εἰδήμοσι(ν) τοῖς εἰδήμοσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν εἰδήμονα τὸ εἴδημον τοὺς, τὰς εἰδήμονας τὰ εἰδήμονα
Κλητική εἴδημον εἴδημον εἰδήμονες εἰδήμονα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική εἰδήμονε
Γενική-Δοτική εἰδημόνοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εἰδήμων < οἶδα < Ϝοιδ- κατά ετεροίωση από το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω

Επίθετο[επεξεργασία]

εἰδήμων, -ων, -ον

  1. ο γνώστης, ο έμπειρος
  2. ο εξοικειωμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]