κάλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : καλός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλος κάλοι
γενική κάλου κάλων
αιτιατική κάλο κάλους
κλητική κάλε κάλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάλος < ιταλική callo < λατινική callum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάλος αρσενικό

  1. σημείο του δέρματος αρκετά σκληρό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • πατάω τον κάλο: θίγω ευαίσθητο συναισθηματικά σημείο
  • έχω κάλο (στο μυαλό, στον εγκέφαλο): είμαι παράλογος ή ανισόρροπος

Ομώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]