κάλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: καλός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλος κάλοι
γενική κάλου κάλων
αιτιατική κάλο κάλους
κλητική κάλε κάλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλος < ιταλική callo < λατινική callum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλος αρσενικό

  1. σημείο του δέρματος αρκετά σκληρό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πατάω τον κάλο: θίγω ευαίσθητο συναισθηματικά σημείο
  • έχω κάλο (στο μυαλό, στον εγκέφαλο): είμαι παράλογος ή ανισόρροπος

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]