corn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corn (en)

  1. καλαμπόκι
  2. κάλος στο πόδι



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corn (ro)