Μετάβαση στο περιεχόμενο

τουαλέτα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τουαλέτα οι τουαλέτες
      γενική της τουαλέτας των τουαλετών
    αιτιατική την τουαλέτα τις τουαλέτες
     κλητική τουαλέτα τουαλέτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Στράπλες τουαλέτα με μακριά γάντια.
Τουαλέτα του 1886.
Τουαλέτα σε αεροπλάνο που διαθέτει και νιπτήρα.
Τουαλέτα (η λεκάνη της τουαλέτας) με σηκωμένο το καπάκι.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

τουαλέτα < (λόγιο δάνειο) γαλλική toilette[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tu.aˈle.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τουαλέτα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τουαλέτα θηλυκό

  1. ονομασία για επίσημο, πολυτελές γυναικείο φόρεμα
      Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  2. έπιπλο που βρίσκεται κυρίως στην κρεβατοκάμαρα και έχει ενσωματωμένο καθρέφτη
  3. εκλεπτυσμένη ονομασία του δωματίου του αποχωρητηρίου
      Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμία με το ουροποιητικό σύστημα, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ), ανακτήθηκε στις 15/11/2025 )
    παράδειγμα  ανδρικές, γυναικείες, δημόσιες τουαλέτες
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη αποχωρητήριο
  4. η λεκάνη της τουαλέτας (του καμπινέ)
  5. η διαδικασία της σωματικής υγιεινής
    παράδειγμα  θέλει δυο ώρες κάθε πρωί για την τουαλέτα της

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

για την περιποίηση:

για το αποχωρητήριο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]