τουαλέτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]



Ετυμολογία
[επεξεργασία]τουαλέτα < (λόγιο δάνειο) γαλλική toilette[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tu.aˈle.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : του‐α‐λέ‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τουαλέτα θηλυκό
- ονομασία για επίσημο, πολυτελές γυναικείο φόρεμα
- ※ Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- έπιπλο που βρίσκεται κυρίως στην κρεβατοκάμαρα και έχει ενσωματωμένο καθρέφτη
- εκλεπτυσμένη ονομασία του δωματίου του αποχωρητηρίου
- ※ Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμία με το ουροποιητικό σύστημα, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ), ανακτήθηκε στις 15/11/2025 )
ανδρικές, γυναικείες, δημόσιες τουαλέτες- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη αποχωρητήριο
- η λεκάνη της τουαλέτας (του καμπινέ)
- η διαδικασία της σωματικής υγιεινής
θέλει δυο ώρες κάθε πρωί για την τουαλέτα της
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]|
για την περιποίηση: |
για το αποχωρητήριο
|
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη αποχωρητήριο
διαδικασία προσωπικής περιποίησης και υγιεινής
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τουαλέτα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Έπιπλα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)