τουαλέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τουαλέτα οι τουαλέτες
      γενική της τουαλέτας των τουαλετών
    αιτιατική την τουαλέτα τις τουαλέτες
     κλητική τουαλέτα τουαλέτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
στράπλες τουαλέτα με μακριά γάντια
τουαλέτα του 1886
τουαλέτα σε αεροπλάνο που περιλαμβάνει και νιπτήρα
τουαλέτα (η λεκάνη της τουαλέτας) με σηκωμένο το καπάκι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τουαλέτα < γαλλική toilette

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τουαλέτα θηλυκό

  1. ονομασία που περιλαμβάνει σχεδόν κάθε επίσημο ή/και πολυτελές γυναικείο φόρεμα
  2. έπιπλο που βρίσκεται κυρίως στην κρεβατοκάμαρα και περιλαμβάνει καθρέφτη
  3. εκλεπτυσμένη ονομασία του δωματίου του αποχωρητηρίου
  4. η λεκάνη της τουαλέτας (του καμπινέ)
  5. η διαδικασία της σωματικής υγιεινής
    θέλει δυο ώρες κάθε πρωί για την τουαλέτα της

Μεταφράσεις[επεξεργασία]