καθρέφτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καθρέφτης < καθρέπτης < ελληνιστική κοινή κάθοπτρον < αρχαία ελληνική κάτοπτρον
βάζο και το είδωλό του σε καθρέφτη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καθρέφτης αρσενικό

  1. λεία επιφάνεια που αντανακλά το φως σχηματίζοντας ένα ψευδές είδωλο
  2. αντικείμενο που περιέχει τέτοια επιφάνεια
    το σπάσιμο ενός καθρέφτη, λένε, σημαίνει εφτά χρόνια γρουσουζιά
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε φανερώνει με διαυγή τρόπο τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ενός συνόλου, μιας κατάστασης κλπ
    Η τηλεόραση είναι καθρέφτης της κοινωνίας (Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 19 Ιουλίου 2010)
  4. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): η μπροστινή όψη της υπερκατασκευής πλοίου που φέρεται η γέφυρα του πλοίου
  5. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): η όψη της κάθετης πρύμνης της βάρκας (του άβακα), λεγόμενη και παπαδιά.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]