Spiegel
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈʃpiːɡl̩/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Spie‐gel
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Spiegel (de) αρσενικό
- ο καθρέφτης
- Nach einem Jahr nahm sich der König eine andere Gemahlin. Es war eine schöne Frau, aber sie war stolz und übermütig und konnte nicht leiden, dass sie an Schönheit von jemandem übertroffen werden sollte. Sie hatte einen wunderbaren Spiegel. Wenn sie vor den trat und sich darin beschaute, sprach sie:
"Spieglein, Spieglein an der Wand,
Wer ist die Schönste im ganzen Land?"
So antwortete der Spiegel:
"Frau Königin, Ihr seid die Schönste im Land." (Schneewittchen)- Ένα χρόνο αργότερα, ο βασιλιάς παντρεύτικαι άλλη γυναίκα. Ήταν μια όμορφη γυναίκα, αλλά ήταν υπερήφανη και υπεροπτική και δεν ήθελε να την υπερβαίνει κανείς σε ομορφιά. Είχε έναν θαυμάσιο καθρέφτη. Όταν στεκόταν μπροστά του και κοιτούσε τον εαυτό της, έλεγε:
"Καθρεφτάκι, καθρεφτάκι στον τοίχο,
ποια είναι η ομορφότερη σε όλη τη χώρα;"
Και ο καθρέφτης απαντούσε:
"Κυρία βασίλισσα, εσείς είστε η ομορφότερη στη χώρα." (Χιονάτη)
- Ένα χρόνο αργότερα, ο βασιλιάς παντρεύτικαι άλλη γυναίκα. Ήταν μια όμορφη γυναίκα, αλλά ήταν υπερήφανη και υπεροπτική και δεν ήθελε να την υπερβαίνει κανείς σε ομορφιά. Είχε έναν θαυμάσιο καθρέφτη. Όταν στεκόταν μπροστά του και κοιτούσε τον εαυτό της, έλεγε:
- Nach einem Jahr nahm sich der König eine andere Gemahlin. Es war eine schöne Frau, aber sie war stolz und übermütig und konnte nicht leiden, dass sie an Schönheit von jemandem übertroffen werden sollte. Sie hatte einen wunderbaren Spiegel. Wenn sie vor den trat und sich darin beschaute, sprach sie:
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Spiegel αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Spiegel < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Spiegel αρσενικό ή θηλυκό