Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεταπλασμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μεταπλασμός οι μεταπλασμοί
      γενική του μεταπλασμού των μεταπλασμών
    αιτιατική τον μεταπλασμό τους μεταπλασμούς
     κλητική μεταπλασμέ μεταπλασμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεταπλασμός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή μεταπλασμός (μεταμόρφωση, αλλοίωση και σχηματισμός πτώσεων ή χρόνων κατά ομαλότερο τύπο) < αρχαία ελληνική μεταπλάσσω[1]. Μορφολογικά αναλύεται σε μετα- + πλασ- + -μός.
Κατά το ΛΚΝ[2], σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική metaplasmus (στη νέα σημασία) < λατινική metaplasmus < ελληνιστική κοινή μεταπλασμός.
Κατά το Χρηστικό Λεξικό[3], σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική metaplasm.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.ta.plaˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεταπλασμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεταπλασμός αρσενικό

  1. (γλωσσολογία, γραμματική) η μεταβολή της μορφολογίας μιας λέξης για την προσαρμογή της σε άλλη κλίση
      Eκτός από την αιτιατική, ως βάση του μεταπλασμού των αθέματων ουσιαστικών χρησιμοποιήθηκε και η ονομαστική του ενικού. Eίναι η περίπτωση αρσενικών ουσιαστικών σε -ων που πέρασαν στην κλίση σε -ος. O μεταπλασμός αυτός θα γίνει κατά βάση στη μεσαιωνική ελληνική: ὁ γέρων > ο γέρος, ὁ χάρων > ο χάρος.
    2001 Γ. Παπαναστασίου, «Μορφολογία: Από την κλασική ελληνική στην κοινή.», 2001 στο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, 451-456. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], σελ. 452-453
      Εδώ, πρόκειται για υποκορ. από µεταπλασµό. Έτσι, στο συγκεκριµένο τοπων. από αρσενικό σπάρτος, ο- κατόπιν µεταπλασµού έχουµε ουδ. σπαρτί, το (βλ. και σηµ. 20 παρόντος τοπωνυµικού καταλόγου).
    2011 Κωστής Ηλ. Παπαδάκης, «Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, Τόμος Ε΄, σελ. 142», Ρέθυμνο 2011
      Αφετέρου, με τη βοηθητική εξέταση άλλων παραλλήλων στο κρητικό λεξιλόγιο (όπως τα νιότα και τα Σφακιά), αναλύεται η διαδικασία μεταπλασμού του αρχαίου θηλυκού ενικού Αλχανία στο σημερινό ουδέτερο πληθυντικό Χανιά με αφετηρία τον τύπο της δοτικής ΤΑ ΑΛΧΑΝΙΑ. Υποδεικνύεται έτσι ο τρόπος με τον οποίο αρχαία διαλεκτικά λείψανα χάνονται μέσα στα μορφολογικά σχήματα της αττικής - κοινής, κατά την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας.
    2024 «Το τοπωνύμιο Χανιά, Π78 - Πολιτισμός- Κρητικά Χρονικά, Τόμος Β'», 16. 10. 2024, Πdata.apdkritis.gov.gr, πρόσβαση: 7. 9. 2025
     συνυπώνυμα: αναλογία
  2. (λογοτεχνία) η αυθαίρετη μεταβολή της μορφολογίας μιας λέξης από έναν συγγραφέα για την προσαρμογή της σε κάποιο κείμενο
      (καθαρεύουσα) Ἡ μόνη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν κατὰ τοῦτο διαφορὰ εἶναι ὅτι οἱ μὲν Εὐρωπαῖοι ἐπιστήμονες παραλαμβάνοντες ἐκ τῆς ἑλληνικῆς ἢ τῆς λατινικῆς πᾶσαν ἀναγκαίαν λέξιν συνήρμοζον αὐτήν, κατὰ τὴν κατάληξιν τοὐλάχιστον, πρὸς τὰς δημοτικάς, ἐνῶ οἱ ἡμέτεροι λογιώτατοι παρελάμβανον τὰς παλαιὰς λέξεις ἀμεταβλήτους καὶ ἐκ τούτου ἀναγκάζεται ὁ μεταχειριζόμενος τὴν ζωντανὴν γλῶσσαν εἰς «σπουδαίας συγγραφὰς» νὰ μεταπλάσσῃ τὰς μὴ συμφωνούσας πρὸς τοὺς τύπους αὐτῆς. Ὁ τοιοῦτος ὅμως μεταπλασμὸς οὔτε εἶναι εἰς ὅλας τὰς λέξεις ἀναγκαῖος οὔτε ἔχει σχέσιν καμμίαν πρὸς τὴν ἀνελλιπῆ διατύπωσιν οἱασδήποτε ἐπιστημονικῆς ἐννοίας.
    1893 Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης, Τὰ εἴδωλα, Γλωσσικὴ Μελέτη, εκδ. Εστία, 1893, σελ. 224-225
      Για τούτο σήμερα λέμε που η αττική άλλο δεν είναι παρά μεταπλασμός της ιωνικής. Το συνηρημένο το φιλώ έχει μέσα του και βαστά τ’ αρχαιότερο το φιλέω. Με το ίδιο σύστημα, μέσα στο νεότερο το μουσών κάθεται η παλιά γενική μουσάων. Η αττική έσωσε την ιωνική όταν πια δε μιλούσε κανείς ιωνικά. Την πήρε, την έκρυψε και τη φύλαξε μέσα της.
    1902 Γιάννης Ψυχάρης, Ρόδα και μήλα, εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1902
  3. (μεταφορικά) αυθαίρετη μεταβολή χαρακτήρα, αυθαιρεσία
      Ο άθρωπος είναι πάντα άθρωπος· η φύση του δεν αλλάζει· ό,τι λαό κι αν πάρετε, ό,τι εποχή κι αν πιάσετε να μελετήσετε, - ας είναι κι ωγύγια εποχή -, πάντα θα βρείτε στον άθρωπο μέσα την ίδια απροσεξιά, τους ίδιους ανόητους μεταπλασμούς.
    1902 Γιάννης Ψυχάρης, Ρόδα και μήλα, εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1902
  4. (σπάνιο) μετάπλαση
    χρειάζεται παράθεμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μεταπλάσσω (και μεταπλασμός) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. μεταπλασμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. μεταπλασμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μεταπλασμός οἱ μεταπλασμοί
      γενική τοῦ μεταπλασμοῦ τῶν μεταπλασμῶν
      δοτική τῷ μεταπλασμ τοῖς μεταπλασμοῖς
    αιτιατική τὸν μεταπλασμόν τοὺς μεταπλασμούς
     κλητική ! μεταπλασμέ μεταπλασμοί
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεταπλασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταπλασμός. Μορφολογικά αναλύεται σε μετα- + πλασ- + -μός.
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: μεταπλασμός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.ta.plaˈzmos/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεταπλασμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεταπλασμός αρσενικό

  1. (γραμματική) σφάλμα, παρεκβολή στον ποιητικό λόγο
    χρειάζεται παράθεμα
  2. (γραμματική) ο μεταπλασμός, η μεταβολή της μορφολογίας μιας λέξης για την προσαρμογή της σε άλλη κλίση
      12ος αιώνας Ευσταθίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσειαν στο Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis Commentarii ad Homeri iliadem [Εὐσταθίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Σχολιασμοὶ τῆς Ὁμήρου Ἰλιάδος], sumtibus Joann. Aug. Gottl. Weigel, 1828, σελ. 307, 'Κατάλογος Δειγματικός του Ματθαίου Δεβαρή.
    μεταπλασμὸς γένους ἀπὸ ἀρσενικοῦ εἰς οὐδέτερον, οἷον ὁ ζυγός τὸ ζυγὸν, καὶ ἀπὸ ἀρσενικοῦ εἰς θηλυκὸν, οἷον οἱ μηροὶ τὰ μηρὰ, ὁ Τάρταρος ἡ Τάρταρος
    μεταπλασμός γένους από αρσενικό σε ουδέτερο, όπως ο ζυγός το ζυγό, και από αρσενικό σε θηλυκό, όπως οι μηροί τα μηρά, ο Τάρταρος, η Τάρταρος
    ΣτΕ: Ο Ευστάθιος χρησιμοποιεί τον όρο για να εξηγήσει οκτώ περιπτώσεις μεταβολής της μορφολογίας λέξεων (ενδεικτικά: μεταπλασμός αιτιατικών και δοτικών, μεταπλασμός γένους, μεταπλασμός ευθειών, μεταπλασμός προστακτικών)
  3. (για την ορθόδοξη δογματική διδασκαλία) αλλοίωση, διαστρέβλωση
      9ος αιώνας [γλώσσα: ελληνιστική] Φώτιος Α' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Bibliotheca, @catholiclibrary.org
    Καὶ τολμήσαντες ταῦτα ἐπιτολμῶσι καὶ τὸν μεταπλασμὸν τῆς πίστεως, οὐδὲν μὲν κατὰ φωνὴν τῶν ἐν Νικαίᾳ μεμψάμενοι, τῷ δὲ ὑφάλῳ καὶ κακομηχάνῳ τῆς διανοίας σπέρματα προκαταβάλλοντες πρὸς τὴν τοῦ ὁμοουσίου καθαίρεσιν.
    Και έχοντας τολμήσει αυτά, επιτολμούν και την αλλοίωση της πίστης... λείπει η μετάφραση
  4. (αθλητισμός) μέθοδος να ρίχνεις τον αντίπαλο κάτω με ειδική λαβή των ποδιών στην πάλη
      12ος αιώνας Ευσταθίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσειαν στο Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis Commentarii ad Homeri iliadem [Εὐσταθίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Σχολιασμοὶ τῆς Ὁμήρου Ἰλιάδος], sumtibus Joann. Aug. Gottl. Weigel, 1828, σελ. 321, σχόλιο στο Ψ της Ιλιάδας (στίχοι 730 και εξής @greek-language.gr) για την πάλη του Οδυσσέα με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο Τα σχόλια @poesialatina.it γλώσσα: λόγια μεσαιωνική
    ἄρας δὲ ὀλίγον καὶ ὅσον τῆς στάσεως παρασαλεῦσαι τῷ δεξιῷ γόνατι περιτρίβει τὸ ἀριστερὸν σκέλος. καὶ πίπτουσι πλάγιοι, ἢ ἄκοντος Ὀδυσσέως τοῦτο παθόντος, ἢ ἐντάσει τοῦ βάρους συναποκυλίσαντος ἑαυτῷ τὸν Αἴαντα. τοῦτο δὲ τὸ σχῆμα τῆς πάλης οἱ μὲν μεταπλασμόν, οἱ δὲ παρακαταγωγὴν ὀνομάζουσι. καὶ ταῦτα μὲν οἱ παλαιοί.
    Αφού σήκωσε λίγο και τόσο όσο να κλονίσει τη στάση, τρίβει το αριστερό σκέλος με το δεξί του γόνατο. Και πέφτουν στα πλάγια, είτε επειδή ο Οδυσσέας τούτο έπαθε άθελά του, είτε επειδή η ένταση του βάρους παρέσυρε μαζί του τον Αίαντα. Αυτό το σχήμα / η τεχνική της πάλης ονομάζεται από κάποιους «μεταπλασμός», ενώ από άλλους «παρακαταγωγή». Αυτά έλεγαν οι παλαιοί.
     συνώνυμα: παρακαταγωγή

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
μετᾰπλᾰσμ-
ονομαστική μεταπλασμός οἱ μεταπλασμοί
      γενική τοῦ μεταπλασμοῦ τῶν μεταπλασμῶν
      δοτική τῷ μεταπλασμ τοῖς μεταπλασμοῖς
    αιτιατική τὸν μεταπλασμόν τοὺς μεταπλασμούς
     κλητική ! μεταπλασμέ μεταπλασμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μεταπλασμώ
γεν-δοτ τοῖν  μεταπλασμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετᾰπλᾰσμός (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μεταπλάσσω. Μορφολογικά αναλύεται σε μετα- + πλασ- + -μός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.ta.plaˈzmos/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεταπλασμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεταπλασμός (μετᾰπλᾰσμός), -οῦ αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. (γραμματική) ο σχηματισμός κλιτικού ή ρηματικού τύπου από ανύπαρκτη κεφαλή κλίσης (δεν υπάρχει ονομαστική πτώση ή πρώτο πρόσωπο ενεστώτα στα ρήματα)
    χρειάζεται παράθεμα
  2. (γραμματική) η μεταμόρφωση, αλλοίωση και σχηματισμός πτώσεων ή χρόνων κατά ομαλότερο τύπο
      2ος κε Ἀπολλώνιος Δύσκολος, Περὶ ἐπιρρημάτων
    Ἔχει δὲ καὶ ὁ σχηματισμὸς τῇδε. ὃν τρόπον καὶ ἐπ' ὀνομάτων μεταπλασμοὶ γίνονται, καθάπερ τὸ ἐρυσάρματες, τὸ λῖτα, τὸ παρὰ Σαπφοῖ αὔα, τὸ πυργοκέρατα παρὰ Βακχυλίδῃ, δυνατὸν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῇδε γεγενῆσθαι τὸν σχηματισμόν.
    Υπάρχει και εδώ ο σχηματισμός. Κατ' αυτόν τον τρόπο και σε ονόματα γίνονται μεταπλασμοί, ακριβώς όπως το ἐρυσάρματες, το λῖτα, το αὔα στην Σαπφώ, το πυργοκέρατα στον Βακχυλίδη, είναι δυνατόν και εδώ επί του προκειμένου να έχει συμβεί ο σχηματισμός.
    ταυτόσημα: μετάπλασις

Απόγονοι

[επεξεργασία]

μετᾰπλᾰσμός (ελληνιστική κοινή)

μεσαιωνικά ελληνικά: μεταπλασμός
νέα ελληνικά: μεταπλασμός
υστερολατινικά: metaplasmus (όπου δείτε άλλους απογόνους)
μεσαιωνικά λατινικά: metaplasmus
νεολατινικά: metaplasmus
νέα ελληνικά: μεταπλασμός (κατά το ΛΚΝ)
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  • μεταπλασμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  • μεταπλάσσω και μεταπλασμός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.