Μετάβαση στο περιεχόμενο

κλίση

Από Βικιλεξικό
Δείτε: κλείσει, κλήση, κλίση, κλύση

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλίση οι κλίσεις
      γενική της κλίσης* των κλίσεων
    αιτιατική την κλίση τις κλίσεις
     κλητική κλίση κλίσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, κλίσεως
Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κλίση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλίσις (ξάπλωμα) < κλίνω
για τη σημασία «έφεση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inclination[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkli.si/
ομόηχα: κλήση, κλύση
τυπογραφικός συλλαβισμός: κλίση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κλίση θηλυκό

  1. η ιδιότητα μιας μη οριζόντιας επιφάνειας
      Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
  2. έφεση, ροπή
    παράδειγμα  Έχει κλίση στα μαθηματικά.
  3. (γραμματική) ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο σχηματίζονται οι διάφοροι τύποι ενός ονόματος, αντωνυμίας ή ρήματος
  4. (γραμματική) ομάδα ονομάτων με κοινές καταλήξεις και κοινό σχηματισμό των πτώσεων
    παράδειγμα  πρώτη κλίση

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]