conjugaison

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ̃.ʒy.ɡɛ.zɔ̃/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conjugaison (fr)

  1. (γραμματική) η κλίση ενός ρήματος
  2. (γραμματική) το σύνολο ρηματικών τύπων, η συζυγία
  3. (βιολογία) η σύζευξη
  4. ο συνδυασμός