tendency

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tendency (en)

  1. προδιάθεση, τάση
    he has a tendency to overanalyze everything
    the use of certain antidepressants may cause suicidal tendencies in some patients