tendency

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tendency (en)

  1. προδιάθεση, τάση
    he has a tendency to overanalyze everything
    the use of certain antidepressants may cause suicidal tendencies in some patients