conjugation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
conjugation conjugations

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conjugation (it)

  1. η σύζευξη
  2. (γραμματική) η κλίση ρήματος, η ρηματική κλίση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]