γέφυρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γέφυρα οι γέφυρες
      γενική της γέφυρας των γεφυρών
    αιτιατική τη γέφυρα τις γέφυρες
     κλητική γέφυρα γέφυρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέφυρα < αρχαία ελληνική γέφυρα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝɛ.fi.ɾa/
συλλαβισμός: γέ‐φυ‐ρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέφυρα θηλυκό

  1. (μηχανική) κατασκευή που επιτρέπει το πέρασμα ανθρώπων, οχημάτων κλπ. πάνω από ποτάμια, χαράδρες, θαλάσσια στενά ή άλλα φυσικά ή ανθρωπογενή εμπόδια
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε διευκολύνει την προσέγγιση και την επικοινωνία ανθρώπων, ομάδων, κρατών κλπ. μεταξύ τους και συντελεί στην άμβλυνση των διαφορών ή των διαφωνιών
  3. (οδοντιατρική) κατασκεύασμα με ελάσματα και γεφυρώματα που τοποθετείται στα σημεία της οδοντοστοιχίας που λείπουν ένα ή περισσότερα δόντια
  4. (ναυτικός όρος) το υπερυψωμένο επίπεδο ενός πλοίου πάνω από το κατάστρωμά του, όπου βρίσκονται τα συστήματα διακυβέρνησής του
  5. (αθλητισμός) γυμναστική άσκηση κατά την οποία το σώμα του ασκούμενου λυγίζει προς τα πίσω, τα χέρια και τα πόδια ακουμπούν στο δάπεδο, ώστε ο κορμός να σχηματίζει τόξο
  6. (ανατομία) δομή του οπίσθιου μέρους του εγκεφάλου
  7. (πληροφορική) μηχανισμός μεταφοράς δεδομένων από ένα ή πολλά σημεία αποθήκευσης σε ένα ή πολλά άλλα
  8. (δίκτυο υπολογιστών) bridge: δικτυακή συσκευή που συνδέει δύο ή περισσότερα τοπικά δίκτυα (LAN) στο επίπεδο 2 του μοντέλου OSI
    υπερώνυμα: συσκευή δικτύου
    Δείτε επίσης: γέφυρα δικτύου στην Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γέφυρα γεφύρα γέφυραι
Γενική γεφύρας γεφύραιν γεφυρῶν
Δοτική γεφύρ γεφύραιν γεφύραις
Αιτιατική γέφυραν γεφύρα γεφύρας
Κλητική γέφυρα γεφύρα γέφυραι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέφυρα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέφυρα θηλυκό

  1. φράγμα, όριο
  2. (μηχανική) γέφυρα (που ενώνει δύο αντίπερα όχθες)