γεφυρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεφυρώνω < αρχαία ελληνική γεφυρόω-γεφυρῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γεφυρώνω

  1. συνδέω με γέφυρα δύο σημεία που χωρίζονται από κενό
  2. (μεταφορικά) επιτυγχάνω τη συνεννόηση μεταξύ δύο πλευρών που χωρίζονται από αντίθετες απόψεις ή συμφέροντα (για έμψυχα)
    κάνω δύο θεωρίες να προσεγγίσουν, δημιουργώ συνδετικό σημείο μεταξύ εννοιών (για αφηρημένες έννοιες)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]