bridge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bridge | bridges |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- bridge < (κληρονομημένο) μέση αγγλική brigge < αγγλοσαξονική brycg < προέλευσης από την πρωτογερμανική < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰrēw- (ξύλινο πάτωμα, γέφυρα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bridge (en)
- η γέφυρα
A bridge joins the island with the mainland.
- Μια γέφυρα συνδέει το νησί με την ηπειρωτική χώρα.
- (δίκτυο υπολογιστών) γέφυρα, δικτυακή συσκευή
- δείτε επίσης: bridging (networking) στην αγγλική Βικιπαίδεια
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
bridge στην αγγλική Βικιπαίδεια

Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- bridge < παλιότερης μορφής παιχνίδι biritch → και δείτε περισσότερα στο μπριτζ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bridge (en)
- (χαρτοπαίγνιο) το μπριτζ
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
contract bridge στην αγγλική Βικιπαίδεια

Πηγές
[επεξεργασία]- bridge (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- bridge (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- bridge - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αμερικανικά αγγλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αγγλοσαξονικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλοσαξονικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Δίκτυο υπολογιστών (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ρωσικά (αγγλικά)
- Χαρτοπαίγνια (αγγλικά)
- Μπριτζ (αγγλικά)