Μετάβαση στο περιεχόμενο

bridge

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bridge bridges

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bɹɪd͡ʒ/
 

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
bridge < (κληρονομημένο) μέση αγγλική brigge < αγγλοσαξονική brycg < προέλευσης από την πρωτογερμανική < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰrēw- (ξύλινο πάτωμα, γέφυρα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bridge (en)

  1. η γέφυρα
    παράδειγμα  A bridge joins the island with the mainland.
    Μια γέφυρα συνδέει το νησί με την ηπειρωτική χώρα.
  2. (δίκτυο υπολογιστών) γέφυρα, δικτυακή συσκευή
    δείτε επίσης: bridging (networking) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • bridge στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
bridge < παλιότερης μορφής παιχνίδι biritch  και δείτε περισσότερα στο μπριτζ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bridge (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]