ponto

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ponto < pont + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ponto (eo)



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ponto pontos

ponto (pt) αρσενικό

  1. ο πόντος, ο βαθμός