bro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bro < Σύντμηση του brother

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bro (en) (αργκό) (πληθυντικός: bros)

  1. (κυριολεκτικά) ο αδελφός
  2. (μεταφορικά) αδελφός, ως φιλική προσφώνηση για άτομο με το οποίο υπάρχει στενή, συντροφική σχέση, αποδοχή κοινών ιδεών και ιδανικών, ή τρόπου ζωής

Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bro 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bro (sv)