Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιδανικό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιδανικό τα ιδανικά
      γενική του ιδανικού των ιδανικών
    αιτιατική το ιδανικό τα ιδανικά
     κλητική ιδανικό ιδανικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιδανικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ιδανικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική idéal)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.ða.niˈko/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ιδανικό ουδέτερο

  1. σημαντικός και υψηλός στόχος ή σκοπός που προσπαθεί να πετύχει ή εκπληρώσει κάποιος
     συνώνυμα: ιδεώδες, επιδίωξη, πρότυπο
  2. η (ηθική κυρίως) αξία που θέτει κάποιος ως βάση της προσωπικής του πορείας
      Και σε ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης ενός ακραίου αντιδραστισμού μέσω γνωστών διαχρονικά τακτικών που ήδη αναπτύσσονται εκεί (αμφίπλευρη αμφισβήτηση από τα δεξιά με έσωθεν κι έξωθεν σαμποτάζ και απανθρωποποίηση του αντιπάλου, καθώς και από τα αριστερά με κριτική περί προδοσίας ιδανικών που εφαρμόζονται μονάχα μερικώς ή και καθόλου… λόγω του προαναφερθέντος σαμποτάζ) (Πάρις Μνηματίδης, Η φανταστική χώρα μου, ανακτήθηκε στις 28/12/2025 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ιδανικό