ιδανικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδανικό ιδανικά
γενική ιδανικού ιδανικών
αιτιατική ιδανικό ιδανικά
κλητική ιδανικό ιδανικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδανικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: ιδανικός (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική idéal)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ða.ni.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδανικό ουδέτερο

  1. σημαντικός και υψηλός στόχος ή σκοπός που προσπαθεί να πετύχει ή εκπληρώσει κάποιος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ιδεώδες, επιδίωξη, πρότυπο
  2. η (ηθική κυρίως) αξία που θέτει κάποιος ως βάση της προσωπικής του πορείας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ιδανικό