ιδεώδες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδεώδες ιδεώδη
γενική ιδεώδους ιδεωδών
αιτιατική ιδεώδες ιδεώδη
κλητική ιδεώδες ιδεώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδεώδες < ουδέτερο του επιθέτου ιδεώδης ως ουσ. ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) idéal)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδεώδες ουδέτερο

  • κάτι που υφίσταται ως ιδέα και θεωρείται σημαντικό να το επιτύχουμε ή να το αποκτήσουμε
     συνώνυμα: ιδανικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ιδεώδες