κατάστρωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάστρωμα καταστρώματα
γενική καταστρώματος καταστρωμάτων
αιτιατική κατάστρωμα καταστρώματα
κλητική κατάστρωμα καταστρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάστρωμα < αρχαία ελληνική κατάστρωμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάστρωμα ουδέτερο

  1. δάπεδο σε πλοίο που το διαχωρίζει οριζόντια σε επίπεδα
    η συγκέντρωση των επιβατών έγινε τελικά στο τρίτο κατάστρωμα
  2. ταξιδιωτική θέση σε πλοίο (συνήθως η τρίτη ή η τουριστική χωρίς κρεββάτι)
    θέλετε να σας κόψω κατάστρωμα που είναι και πιο φτηνό;


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]