Μετάβαση στο περιεχόμενο

λίθος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η λίθος οι λίθοι
      γενική του/της λίθου των λίθων
    αιτιατική τον/τη λίθο τους/τις λίθους
     κλητική λίθε λίθοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
λεπτομέρεια κτίσματος από λίθο
διάφοροι πολύτιμοι λίθοι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίθος < άγνωστης ετυμολογίας.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈli.θos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λίθος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λίθος αρσενικό (ή θηλυκό σε παγιωμένες εκφράσεις)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
αρσενικού και θηλυκού γένους
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
λῐθ-
ονομαστική / λίθος οἱ/αἱ λίθοι
      γενική τοῦ/τῆς λίθου τῶν λίθων
      δοτική τῷ/τῇ λίθ τοῖς/ταῖς λίθοις
    αιτιατική τὸν/τὴν λίθον τοὺς/τὰς λίθους
     κλητική ! λίθε λίθοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λίθω
γεν-δοτ τοῖν  λίθοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «ἵππος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίθος, ήδη ομηρικό ως αρσενικό και θηλυκό < άγνωστης ετυμολογίας

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lí.tʰos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: λίθος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λίθος, -ου αρσενικό ή θηλυκό

  1. αρσενικό
    1. πέτρα, λίθος
        4ος/3ος πκε αιώνας Θεόφραστος, De lapidibus, Fragment 2 Chapter 2 (2.2), @scaife.perseus
      Κατὰ δὴ τὴν πύρωσιν οἱ μὲν τήκονται καὶ ῥέουσιν ὥσπερ οἱ μεταλλευτοί. ῥεῖ γὰρ ἅμα τῷ ἀργύρῳ καὶ τῷ χαλκῷ καὶ σιδήρῳ καὶ ἡ λίθος ἡ ἐκ τούτων, εἴτʼ οὖν διὰ τὴν ὑγρότητα τῶν ἐνυπαρχόντων εἴτε καὶ διʼ αὐτούς. ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ πυρομάχοι καὶ οἱ μυλίαι ῥέουσιν οἷς ἐπιτιθέασιν οἱ καίοντες.
    2. οτιδήποτε έχει γίνει σκληρό σαν πέτρα, αντίθετα με το ξύλο ή τη σάρκα
    3. (μεταφορικά) για ηλιθιότητα, αντίστοιχο του κούτσουρο απελέκητο, στόκος
  2. θηλυκό
    1. (ορυκτολογία) λίθος με ξεχωριστές ιδιότητες (όπως ο μαγνήτης) ή πολύτιμος λίθος
    2. κομμάτι κρυστάλλου που συγκεντρώνει σαν φακός τις ακτίνες του ήλιου για το άναμμα φωτιάς
      παράδειγμα  διαφανὴς λίθος
    3. ονομασία διάφορων συμπλεγμάτων από πέτρες που χρησιμοποιούνταν σαν βῆμα για ομιλητές, όπως το βήμα της Πνύκας (στην αρχαία Αθήνα) ή για κήρυκες
    4. (ιατρική) πέτρα μέσα σε κύστη
    5. (ελληνιστική σημασία) ταφόπετρα
    6. (ελληνιστική σημασία) πιόνι ή πούλι παιχνιδιού

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]