στόκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στόκος στόκοι
γενική στόκου στόκων
αιτιατική στόκο στόκους
κλητική στόκε στόκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

στόκος < βενετική stuco < παλαιοϊταλική stucco < λομβαρδική stucki / stucchi / stuhhi (κρούστα, κομμάτι) < πρωτογερμανικά *stukkiją (ραβδί, κούτσουρο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)tewg- < *s)tew- (ωθώ, χτυπώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

στόκος αρσενικό

  1. εύπλαστη μάζα από μείγμα ασβεστολιθικής σκόνης και λινελαίου, που γίνεται σκληρή όταν μείνει στον αέρα. Xρησιμοποιείται για να κλείνει μικρές ρωγμές ή για να καλύπτει μικρές ανωμαλίες σε μια επιφάνεια (τοίχο).
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γυψομάρμαρο
  2. (οικείο) χαρακτηρισμός για άνθρωπο βλάκα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις