κόσμημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κόσμημα < αρχαία ελληνική κόσμημα < κοσμέω/κοσμῶ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κόσμημα ουδέτερο
- εξάρτημα ενδυμασίας που ομορφαίνει την εξωτερική εμφάνιση αλλά συχνά προσδίδει και κύρος στο άτομο που το φέρει
- ※ Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, 1995, σελ. 15)
- (γενικότερα) οτιδήποτε κοσμεί, ομορφαίνει
- αυτό το γλυπτό στην κεντρική πλατεία είναι ένα κόσμημα για την πόλη μας
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κόσμημα
|