κόσμημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόσμημα κοσμήματα
γενική κοσμήματος κοσμημάτων
αιτιατική κόσμημα κοσμήματα
κλητική κόσμημα κοσμήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόσμημα < αρχαία ελληνική κόσμημα < κοσμέω/κοσμῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόσμημα

  1. εξάρτημα ενδυμασίας που ομορφαίνει την εξωτερική εμφάνιση αλλά συχνά προσδίδει και κύρος στο άτομο που το φέρει
    "Τι κόσμημα να προτιμήσω για δώρο στη γυναίκα μου; Δαχτυλίδι ή περιδέραιο;"
  2. (γενικότερα) οτιδήποτε κοσμεί, ομορφαίνει
    αυτό το γλυπτό στην κεντρική πλατεία είναι ένα κόσμημα για την πόλη μας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]