klejnot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

klejnot 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

klejnot (pl) αρσενικό

  1. κόσμημα, πετράδι