Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεχνητός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τεχνητός η τεχνητή το τεχνητό
      γενική του τεχνητού της τεχνητής του τεχνητού
    αιτιατική τον τεχνητό την τεχνητή το τεχνητό
     κλητική τεχνητέ τεχνητή τεχνητό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τεχνητοί οι τεχνητές τα τεχνητά
      γενική των τεχνητών των τεχνητών των τεχνητών
    αιτιατική τους τεχνητούς τις τεχνητές τα τεχνητά
     κλητική τεχνητοί τεχνητές τεχνητά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεχνητός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τεχνητός, και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική artificiel[1], αγγλική artificial[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /te.xniˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τεχνητός

Επίθετο

[επεξεργασία]

τεχνητός, -ή, -ό

  • που είναι κατασκευασμένος με τεχνικά μέσα και μοιάζει στην λειτουργία με κάτι φυσικό
    παράδειγμα τεχνητός δορυφόρος
    παράδειγμα μονάδα τεχνητού νεφρού
      Ο Χατζιδάκις από την πλευρά του θεωρεί ότι «φυσική» είναι η γλώσσα η «συνήθως λαλούμενη και άμα γραφόμενη υπό ημών των πολλών», ενώ τεχνητή, η αρχαΐζουσα και η ψυχαρική. (Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, O Ψυχάρης και η εποχή του, ζητήματα γλώσσας, λογοτεχνίας και πολιτισμού, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών. Επιστημονική Συνάντηση, 2005, σελ. 350)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τεχνητός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. τεχνητός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεχνητός < τέχνη + -τός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /te.xniˈtos/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τεχνητός

Επίθετο

[επεξεργασία]

τεχνητός, -ή, -όν (ελληνιστική κοινή)

  • που έχει γίνει με με μια τέχνη· που είναι κατασκευασμένος με τα μέσα μιας τέχνης, όχι φυσικός
      2ος κε Γαληνός, Τὸ Ἱπποκράτους κατ' ἰητρεῖον βιβλίον και Γαληνοῦ εἰς αὐτό ὑπόμνημα Γ, 18b.678.14
    τὸ δὲ τεχνητὸν φῶς μάλιστα μὲν καὶ τοῦτο γίγνεται, λύχνους ἁψάντων ἢ δᾷδας ἢ λαμπάδας ἤ τι τοιοῦτον.