τεχνητός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική τεχνητός τεχνητή τεχνητό
γενική τεχνητού τεχνητής τεχνητού
αιτιατική τεχνητό τεχνητή τεχνητό
κλητική τεχνητέ τεχνητή τεχνητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τεχνητοί τεχνητές τεχνητά
γενική τεχνητών τεχνητών τεχνητών
αιτιατική τεχνητούς τεχνητές τεχνητά
κλητική τεχνητοί τεχνητές τεχνητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τεχνητός < αρχαία ελληνική τεχνητός

Open book 01.svg Επίθετο[]

τεχνητός, -ή, -ό

  • που είναι κατασκευασμένος με τεχνικά μέσα και μοιάζει στη λειτουργία με κάτι φυσικό
τεχνητός δορυφόρος
μονάδα τεχνητού νεφρού


32πχ Μεταφράσεις[]