Μετάβαση στο περιεχόμενο

artificial

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός artificial
συγκριτικός more artificial
υπερθετικός most artificial

Επίθετο

[επεξεργασία]

artificial (en)

  1. τεχνητός, ψεύτικος, που είναι κατασκευασμένος να μοιάζει στη λειτουργία με κάτι φυσικό
    παράδειγμα  artificial eyelashes - τεχνητές βλεφαρίδες
    παράδειγμα  artificial lighting - τεχνητός φωτισμός
    παράδειγμα  artificial teeth - ψεύτικα δόντια
     συνώνυμα: false
  2. τεχνητός, που δημιουργείται από ανθρώπους· δεν συμβαίνει φυσικά
    παράδειγμα  Esperanto is an artificial language.
    Η εσπεράντο είναι γλώσσα τεχνητή.
    παράδειγμα  Consumer society creates artificial needs.
    Η καταναλωτική κοινωνία δημιουργεί τεχνητές ανάγκες.
  3. τεχνητός, που δεν είναι αυτό που φαίνεται
    παράδειγμα  The artificial impression was created that…
    Δημιουργήθηκε η τεχνητή εντύπωση ότι…

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη fake

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

artificial (ro)