πολύτιμος λίθος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | πολύτιμος λίθος | οι | πολύτιμοι λίθοι |
| γενική | του | πολύτιμου λίθου | των | πολύτιμων λίθων |
| αιτιατική | τον | πολύτιμος λίθος | τους | πολύτιμοι λίθοι |
| κλητική | πολύτιμος λίθος | πολύτιμοι λίθοι | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολύτιμος λίθος < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pierre précieuse[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /poˈli.ti.mos ˈli.θos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐λύ‐τι‐μος λί‐θος
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]- (ορυκτολογία) το ορυκτό πέτρωμα με ιδιαίτερη λάμψη ή/και σκληρότητα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή κοσμημάτων κι έχει μεγάλη αξία
- (ειδικότερα) το διαμάντι, το ζαφείρι, το ρουμπίνι και το σμαράγδι σε αντιδιαστολή με τους ημιπολύτιμους λίθους
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολύτιμος λίθος
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λίθος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Πηγές
[επεξεργασία]- λίθος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Κλίση αρσενικών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ορυκτολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)