Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολύτιμος λίθος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πολύτιμος λίθος οι πολύτιμοι λίθοι
      γενική του πολύτιμου λίθου των πολύτιμων λίθων
    αιτιατική τον πολύτιμος λίθος τους πολύτιμοι λίθοι
     κλητική πολύτιμος λίθος πολύτιμοι λίθοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολύτιμος λίθος < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pierre précieuse[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poˈli.ti.mos ˈli.θos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πολύτιμος λίθος

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

πολύτιμος λίθος αρσενικό

  1. (ορυκτολογία) το ορυκτό πέτρωμα με ιδιαίτερη λάμψη ή/και σκληρότητα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή κοσμημάτων κι έχει μεγάλη αξία
     συνώνυμα: πετράδι
  2. (ειδικότερα) το διαμάντι, το ζαφείρι, το ρουμπίνι και το σμαράγδι σε αντιδιαστολή με τους ημιπολύτιμους λίθους

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λίθος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)