Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαμάντι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διαμάντι τα διαμάντια
      γενική του διαμαντιού των διαμαντιών
    αιτιατική το διαμάντι τα διαμάντια
     κλητική διαμάντι διαμάντια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαμάντι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διαμάντι < ιταλική diamante < υστερολατινική diamas < λατινική adamas < αρχαία ελληνική ἀδάμας (αντιδάνειο) < δαμάω / δαμνάω / δαμάζω / δάμνημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *demh₂- (δαμάζω, εξημερώνω) (ίσως όμως και σημιτικής προέλευσης · πβ. ακκαδικά 𒀀𒁕𒈬: adamu)
Πλαϊνή όψη διαμαντιού.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðʝaˈman.di/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαμάντι ουδέτερο

  1. (ορυκτολογία) ορυκτός πολύτιμος λίθος που αποτελείται από καθαρό άνθρακα σε κρυσταλλική μορφή
      ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
  2. κόσμημα από τέτοιους πολύτιμους λίθους
  3. (μεταφορικά) κάποιος που διαθέτει εξαιρετικές ιδιότητες, π.χ. καλοσύνη, εξυπνάδα, τιμιότητα, ικανότητα κ.λπ.
    Ο Πέτρος είναι παιδί διαμάντι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]