λιθάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιθάρι λιθάρια
γενική λιθαριού λιθαριών
αιτιατική λιθάρι λιθάρια
κλητική λιθάρι λιθάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιθάρι < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /li.ˈθa.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιθάρι ουδέτερο

  1. μεγάλη σχετικά πέτρα
  2. το αγώνισμα κατά το οποίο οι αθλητές ρίχνουν όσο πιο μακριά μπορούν μια βαριά πέτρα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]