χρυσάφι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : χρυσαφί

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρυσάφι χρυσάφια
γενική χρυσαφιού χρυσαφιών
αιτιατική χρυσάφι χρυσάφια
κλητική χρυσάφι χρυσάφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσάφι < ελληνιστική κοινή χρυσάφιον (υποκοριστικό του χρυσός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρυσάφι ουδέτερο

  1. ο χρυσός
  2. (συνεκδοχικά) τα πλούτη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]