καθρεφτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθρεφτίζω < καθρέφτης + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καθρεφτίζω, πρτ.: καθρέφτιζα, στ.μέλλ.: θα καθρεφτίαω, αόρ.: καθρέφτισα, παθ.φωνή: καθρεφτίζομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: καθρεφτισμένος

  1. λειτουργώ ως καθρέφτης και σχηματίζω το είδωλο ενός αντικειμένου
  2. (μεταφορικά) φανερώνω με τρόπο διαυγή τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου, συνόλου, κοινωνίας κλπ
  3. (παθητικό) → δείτε τη λέξη: καθρεφτίζομαι


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]