καπάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπάκι καπάκια
γενική καπακιού καπακιών
αιτιατική καπάκι καπάκια
κλητική καπάκι καπάκια
βαζάκι με το καπάκι του

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπάκι < τουρκική kapak < παλαιοτουρκικά kapak / kapgak < πρωτοτουρκική *Kap- ‎(κάλυμμα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈpa.ki/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπάκι ουδέτερο

  1. κάλυμμα δοχείου, σκεύους κ.λπ.
    Δεν κλείνεις καλά το καπάκι της μαρμελάδας πριν τη βάλεις στο ψυγείο;
  2. (συνεκδοχικά) η οθόνη του φορητού υπολογιστή (συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου της)
    έχει βάλει ένα σωρό αυτοκόλλητα στο καπάκι του λάπτοπ του
  3. (μουσική) η επίπεδη επιφάνεια ενός μουσικού οργάνου που ταλαντώνεται από τις χορδές και ενισχύει τον ήχο
    το καπάκι αυτής της κιθάρας είναι φτιαγμένο από μασίφ έλατο
  4. (ιστορία) (Τουρκοκρατία) οι συμφωνίες που κλεινόταν μυστικά με τους Τούρκους από τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

καπάκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]