καπάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

βαζάκι με το καπάκι του


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπάκι καπάκια
γενική καπακιού καπακιών
αιτιατική καπάκι καπάκια
κλητική καπάκι καπάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καπάκι < τουρκική kapak

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καπάκι ουδέτερο

  1. κάλυμμα δοχείου, σκεύους κλπ.
    Δεν κλείνεις καλά το καπάκι της μαρμελάδας πριν τη βάλεις στο ψυγείο;
  2. η οθόνη του φορητού υπολογιστή (συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου της)
    έχει βάλει ένα σωρό αυτοκόλλητα στο καπάκι του λάπτοπ του
  3. (μουσική) η επίπεδη επιφάνεια ενός μουσικού οργάνου που ταλαντώνεται από τις χορδές και ενισχύει τον ήχο
    το καπάκι αυτής της κιθάρας είναι φτιαγμένο από μασίφ έλατο

Open book 01.svg Επίρρημα[]

καπάκι

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]