καπίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καπίκι τα καπίκια
      γενική του καπικιού των καπικιών
    αιτιατική το καπίκι τα καπίκια
     κλητική καπίκι καπίκια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπίκι < (άμεσο δάνειο) ρωσική копейка • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπίκι ουδέτερο

  1. ρωσικό νόμισμα, υποδιαίρεση του ρουβλίου (1/100ό)
  2. συμβατική χρηματική μονάδα στην πρέφα που, κατά κανόνα, αντιστοιχίζεται κάθε φορά σε μια παρτίδα με πραγματικά χρήματα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]