ψυγείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψυγείο ψυγεία
γενική ψυγείου ψυγείων
αιτιατική ψυγείο ψυγεία
κλητική ψυγείο ψυγεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψυγείο < ψύχω (κρυώνω κάτι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψυγείο ουδέτερο

  1. συσκευή για την συντήρηση φαγητού μέσω ψύξης, συνήθως ηλεκτρική
    βάλε τη μακαρονάδα στο ψυγείο αν δεν τη θέλεις τώρα
  2. (μεταφορικά) η ψυχρή αντίδραση ή ατμόσφαιρα

Open book 01.svg Επίθετο[]

ψυγείο άκλιτο

  • θέμα ψυγείο: στη δημοσιογραφική ορολογία τα θέματα που γράφονται από τους συντάκτες αλλά μένουν αδημοσίευτα και φυλάσσονται για ώρα ανάγκης (όταν δεν θα υπάρχουν νεότερες ειδήσεις ή θέματα)
Γιατί μου παραγγέλνεις κι άλλο; Έχεις ήδη τρία θέματά μου ψυγείο

32πχ Μεταφράσεις[]