ψυγείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψυγείο τα ψυγεία
      γενική του ψυγείου των ψυγείων
    αιτιατική το ψυγείο τα ψυγεία
     κλητική ψυγείο ψυγεία
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυγείο < (λόγιο) ελληνιστική κοινή ψυγεῖον (παγωνιέρα) < ψύχω (κρυώνω κάτι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυγείο ουδέτερο

  1. (συσκευή) συσκευή για την συντήρηση φαγητού μέσω ψύξης, συνήθως ηλεκτρική
    βάλε τη μακαρονάδα στο ψυγείο αν δεν τη θέλεις τώρα
  2. ειδικό φορτηγό το οποίο μεταφέρει κρέτατα απ' το σφαγείο στον τόπο πώλησής τους
  3. πλοίο ειδικού τύπου.
  4. (αυτοκίνητο) ειδικός μηχανισμός ο οποίος διατηρεί την ψύξη στη μηχανή των αυτοκινήτων
  5. (μεταφορικά)
    1. ψυχρός χώρος
      το δωμάτιο αυτό είναι ψυγείο
    2. η ψυχρή αντίδραση ή ατμόσφαιρα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στο ψυγείο: ζήτημα που σκόπιμα παραμένει στάσιμο
    είναι μια δημοσιογραφική έρευνα που μπήκε στο ψυγείο, έμεινε αδημοσίευτη και η υπόθεση θάφτηκε

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]