σφαγείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφαγείο σφαγεία
γενική σφαγείου σφαγείων
αιτιατική σφαγείο σφαγεία
κλητική σφαγείο σφαγεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφαγείο < → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sfa.ˈʝi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφαγείο ουδέτερο

  1. χώρος όπου σφάζονται τα ζώα
  2. (μεταφορικά) χώρος μαζικών εκτελέσεων, βασανισμού και διατελέσης εγκλημάτων πολέμου
  3. (μεταφορικά) πολύνεκρη μάχη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]