μαρμελάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαρμελάδα μαρμελάδες
γενική μαρμελάδας μαρμελάδων
αιτιατική μαρμελάδα μαρμελάδες
κλητική μαρμελάδα μαρμελάδες

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /maɾ.mɛ.ˈla.ða/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαρμελάδα < (αντιδάνειο) πορτογαλική, marmelada < πορτογαλική, marmelo (= κυδώνι) < λατινική melimelum < ελληνιστική κοινή μελίμηλον (= γλυκόμηλο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαρμελάδα θηλυκό

  • πολτώδες γλυκό παρασκεύασμα φτιαγμένο από βρασμένα φρούτα και ζάχαρη
    Για φαγητό μάς φέρανε τσάι με γάλα και μαρμελάδα. (Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, α΄ τόμος, 2003)

32πχ Μεταφράσεις[]