ζάχαρη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λήμμα ποιότητας


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζάχαρη ζάχαρες
γενική ζάχαρης
αιτιατική ζάχαρη ζάχαρες
κλητική ζάχαρη ζάχαρες
Ζάχαρη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζάχαρη < μεσαιωνική ελληνική ζάχαρις < ελληνιστική κοινή σάκχαρις < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱorkeh- (άμμος, πέτρα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈza.xa.ɾi/
ζάχαρη 
παρώνυμα: ζαχαρί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζάχαρη θηλυκό

  1. κρυσταλλικό σώμα με γλυκιά γεύση που χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό (χημικός τύπος: C12H22Ο11). Παράγεται από ζαχαρότευτλα ή ζαχαροκάλαμα
    βάλε ακόμα λίγη ζάχαρη στο τσάι
  2. (μεταφορικά) γλυκύτητα, τρυφερότητα
    περνούσαν ζάχαρη οι νεόνυμφοι στον μήνα του μέλιτος
  3. (μεταφορικά) πολύ γλυκός, πολύ καλόκαρδος άνθρωπος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παροιμίες[επεξεργασία]

  • τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι
  • κάλλιο να 'χω στον τόπο μου ελιές και παξιμάδι παρά στα ξένα ζάχαρη και να μ' ορίζουν άλλοι
  • πεθερά κι από ζάχαρη αν είναι, πάλι πικρή θα είναι
  • έπεσε η ζάχαρη στο μέλι και κάτι τρέχει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]