πεθερά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πεθερά οι πεθερές
      γενική της πεθεράς των πεθερών
    αιτιατική την πεθερά τις πεθερές
     κλητική πεθερά πεθερές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεθερά < θηλυκό του πεθερός < αρχαία ελληνική πενθερός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.θɛ.ˈɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεθερά θηλυκό

  1. η μητέρα του/της συζύγου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κακιά πεθερά: λέγεται για κάποιον/κάποιαν που γκρινιάζει συνεχώς και αδικαιολόγητα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]