πεθερά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεθερά πεθερές
γενική πεθεράς πεθερών
αιτιατική πεθερά πεθερές
κλητική πεθερά πεθερές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πεθερά < θηλυκό του πεθερός < αρχαία ελληνική πενθερός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɛ.θɛ.ˈɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πεθερά θηλυκό

  1. η μητέρα του/της συζύγου

Εκφράσεις[]

  • κακιά πεθερά: λέγεται για κάποιον/κάποιαν που γκρινιάζει συνεχώς και αδικαιολόγητα

32πχ Μεταφράσεις[]