άμμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἄμμος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άμμος άμμοι
γενική άμμου άμμων
αιτιατική άμμο άμμους
κλητική άμμε
άμμο*
άμμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμμος < μεσαιωνική ελληνική ἄμμος < αρχαία ελληνική ἄμμος[1]ἄμαθος, συνώνυμα: ψάμμος και ψάμαθος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άμμος θηλυκό (συλλαβισμός: άμ-μος)

  1. πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους
    τα παιδάκια έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους στην παραλία φτιάχνοντας πύργους με άμμο
    είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια
    η άμμος χρησιμοποιείται και ως οικοδομικό υλικό
  2. αμμώδες έδαφος
    συνώνυμα: αμμουδιά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]