άμμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άμμος < αρχαία ελληνική ἄμμοςἄμαθος, συνώνυμα: ψάμμος και ψάμαθος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άμμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους
    τα παιδάκια έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους στην παραλία φτιάχνοντας πύργους με άμμο
    είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια
    η άμμος χρησιμοποιείται και ως οικοδομικό υλικό

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]