Μετάβαση στο περιεχόμενο

άμμος

Από Βικιλεξικό
Δείτε τις παραλλαγές άμμος, ἄμμος, ἅμμος, ἆμος, Ἄμος, ἁμός, Ἀμός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άμμος οι άμμοι
      γενική της άμμου των άμμων
    αιτιατική την άμμο τις άμμους
     κλητική άμμε
(άμμο)
άμμοι
Κατηγορία όπως «διχοτόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Πατημασιές στην άμμο.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άμμος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄμμος < αρχαία ελληνική ἄμμος[1]ἄμαθος, συνώνυμα: ψάμμος και ψάμαθος)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: άμμος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

άμμος θηλυκό

  1. (γεωλογία) πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους
      έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
    παράδειγμα  Τα παιδάκια έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους στην παραλία φτιάχνοντας πύργους με άμμο.
    παράδειγμα  Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια.
    παράδειγμα  Η άμμος χρησιμοποιείται και ως οικοδομικό υλικό.
  2. αμμώδες έδαφος
     συνώνυμα: αμμουδιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο άμμος οι άμμοι
      γενική του άμμου των άμμων
    αιτιατική τον άμμο τους άμμους
     κλητική άμμε άμμοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

άμμος σπάνιο ως αρσενικό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]