έρημος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έρημος < αρχαία ελληνική ἔρημος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έρημος έρημη έρημο
γενική έρημου έρημης έρημου
αιτιατική έρημο έρημη έρημο
κλητική έρημε έρημη έρημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έρημοι έρημες έρημα
γενική έρημων έρημων έρημων
αιτιατική έρημους έρημες έρημα
κλητική έρημοι έρημες έρημα

έρημος

  • αυτός που είναι απομακρυσμένος από τους άλλους
μετά το χωρισμό τους ζει μόνη κι έρημη
συνώνυμα: ακατοίκητος, απάτητος, απομονωμένος, ασύχναστος, εγκαταλελειμμένος, ερημικός, μόνος
  • (μεταφορικά, για ανθρώπους) αυτός που συνάντησε μεγάλες δυστυχίες στη ζωή του
τι να πρωτοπεί και τι να πρωτοκάνει ο έρημος; όπως του έρχονται τα πράγματα, τα παίρνει
συνώνυμα: άθλιος, δυστυχισμένος, κακομοίρης, ταλαίπωρος
  • (έκφραση δυσφορίας ή συμπάθειας)
αχ! τα έρημα τα ξένα!
τα έρημα τα βράδυα
λυπήσου τα έρημα τ'αφτάκια μας!

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • άφραχτος κήπος, έρημα τα λάχανα
  • ο φόβος φυλάει τα έρημα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έρημος έρημοι
γενική ερήμου ερήμων
αιτιατική έρημο ερήμους
κλητική έρημε
έρημο*
έρημοι
H έρημος στην Αλγερία

έρημος θηλυκό

τα καραβάνια διέσχιζαν την έρημο Σαχάρα με καμήλες
έρημος σήμερα το γραφείο, όλοι είχαν φύγει για το σαββατοκύριακο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]