δυστυχισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυστυχισμένος δυστυχισμένη δυστυχισμένο
γενική δυστυχισμένου δυστυχισμένης δυστυχισμένου
αιτιατική δυστυχισμένο δυστυχισμένη δυστυχισμένο
κλητική δυστυχισμένε δυστυχισμένη δυστυχισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυστυχισμένοι δυστυχισμένες δυστυχισμένα
γενική δυστυχισμένων δυστυχισμένων δυστυχισμένων
αιτιατική δυστυχισμένους δυστυχισμένες δυστυχισμένα
κλητική δυστυχισμένοι δυστυχισμένες δυστυχισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυστυχισμένος< μετοχή παθ. παρακειμένου. του ρήμ. δυστυχώ

Μετοχή[επεξεργασία]

δυστυχισμένος, -η, -ο

  1. που ζει μέσα στη δυστυχία
    δυστυχισμένη μου ψυχή
  2. που εκφράζει δυστυχία
    ήρθε και με βρήκε με το δυστυχισμένο προσωπάκι του

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]