δυστυχισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυστυχισμένος δυστυχισμένη δυστυχισμένο
γενική δυστυχισμένου δυστυχισμένης δυστυχισμένου
αιτιατική δυστυχισμένο δυστυχισμένη δυστυχισμένο
κλητική δυστυχισμένε δυστυχισμένη δυστυχισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυστυχισμένοι δυστυχισμένες δυστυχισμένα
γενική δυστυχισμένων δυστυχισμένων δυστυχισμένων
αιτιατική δυστυχισμένους δυστυχισμένες δυστυχισμένα
κλητική δυστυχισμένοι δυστυχισμένες δυστυχισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυστυχισμένος< μετοχή παθ. παρακειμένου. του ρήμ. δυστυχώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

δυστυχισμένος, -η, -ο

  1. που ζει μέσα στη δυστυχία
    δυστυχισμένη μου ψυχή
  2. που εκφράζει δυστυχία
    ήρθε και με βρήκε με το δυστυχισμένο προσωπάκι του

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]