ευτυχισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευτυχισμένος ευτυχισμένη ευτυχισμένο
γενική ευτυχισμένου ευτυχισμένης ευτυχισμένου
αιτιατική ευτυχισμένο ευτυχισμένη ευτυχισμένο
κλητική ευτυχισμένε ευτυχισμένη ευτυχισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευτυχισμένοι ευτυχισμένες ευτυχισμένα
γενική ευτυχισμένων ευτυχισμένων ευτυχισμένων
αιτιατική ευτυχισμένους ευτυχισμένες ευτυχισμένα
κλητική ευτυχισμένοι ευτυχισμένες ευτυχισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευτυχισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ευτυχώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ευτυχισμένος -η -ο

  1. που αισθάνεται ευτυχία
    από τότε που γύρισε ο γιος της, είναι και πάλι ευτυχισμένη
  2. που φέρει τα σημάδια της ευτυχίας
    ευτυχισμένα χαμόγελα
  3. που χαρακτηρίζεται από ευτυχία
    ευτυχισμένα χρόνια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]