ευτυχώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευτυχώ < ευ + τύχη

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ευτυχώ

  1. αισθάνομαι ευτυχία.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η μετοχή παθ. παρακειμένου του ρήματος αυτού σχηματίζετια κατά την Α΄ συζυγία.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]